Rotkäppchen (Kurzfassung)

Η κοκκινοσκουφίτσα

Little Red Riding Hood (1881) by Carl LarssonEines Tages sollte Rotkäppchen der kranken Großmutter Kuchen und Wein bringen. Im Wald begegnete ihm der Wolf. Der tat sehr freundlich und sagte voller List:

– „Rotkäppchen, sieh mal die schönen Blumen!“

Μία μέρα, η κοκκινοσκουφίτσα θα πήγαινε στην άρρωστη γιαγιά της κέικ και κρασί. Στο δάσος συνάντησε το λύκο. Αυτός παρίστανε το φίλο της και γεμάτος πονηριά της είπε:

– „Κοίτα τι ωραία που είναι τα λουλούδια Κοκκινοσκουφίτσα!“

Weiterlesen / Συνέχεια (pdf)

Audiobuch / Αφήγηση (mp3)

Da dachte Rotkäppchen: über Blumen wird sich Großmutter freuen. Der Wolf aber lief eilig zum Haus der Großmutter und fraß sie auf. Rotkäppchen wunderte sich, dass Großmutters Tür offen stand. Ängstlich ging es ins Haus.– „Großmutter, warum hast du so große Ohren?“
– „Damit ich dich besser hören kann!“
– „Ach, Großmutter, warum hast du so große Hände und so ein großes Maul?“

Τότε σκέφτηκε η Κοκκινοσκουφίτσα: η γιαγιά θα χαρεί αν της φέρω λουλούδια. Ο λύκος όμως έτρεξε γρήγορα στο σπίτι της γιαγιάς και την καταβρόχθισε. Η κοκκινοσκουφίτσα αναρωτήθηκε γιατί η πόρτα της γιαγιάς ήταν ανοιχτή. Φοβισμένη μπήκε μέσα στο σπίτι.

– „Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αφτιά;“
– „Για να σε ακούω καλύτερα!“
– „Μα, γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα χέρια και ένα τόσο μεγάλο στόμα;“

Da packte der Wolf das arme Rotkäppchen und verschlang es. Dann schlief er ein.

– „Dich habe ich schon lange gesucht!“, sagte der Jäger. Er nahm eine Schere und schnitt dem Wolf den Bauch auf. Eilig sprang das Rotkäppchen heraus und ebenso die Großmutter.

Τότε άρπαξε ο λύκος την κακόμοιρη την Κοκκινοσκουφίτσα και την κατάπιε. Ύστερα πήρε έναν υπνάκο.

– „Εσένα σε έψαχνα εδώ και καιρό!“, είπε ο κυνηγός. Πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε την κοιλιά του λύκου. Η κοκκινοσκουφίτσα πήδηξε γρήγορα έξω, το ίδιο και η γιαγιά.

Mit großen Steinen füllten sie dem Wolf den Bauch. Als der Bösewicht wach wurde und aufstand, fiel er um und war tot. Da waren Rotkäppchen, Großmutter und Jäger froh und aßen vergnügt den Kuchen auf, den das Rotkäppchen mitgebracht hatte.

Γέμισαν την κοιλιά του λύκου με μεγάλες πέτρες. Μόλις ο κακούργος  ξύπνησε και σηκώθηκε, αμέσως έπεσε κάτω και δε ζούσε πλέον. Η κοκκινοσκουφίτσα, η γιαγιά και ο κυνηγός ήταν ευτυχισμένοι και με χαρά έφαγαν το κέικ που είχε φέρει μαζί της η Κοκκινοσκουφίτσα.