Dornröschen (Kurzfassung)

Η ωραία κοιμωμένη (σύντομη έκδοση)

Es waren einmal ein König und eine Königin, die bekamen eines Tages eine kleine Tochter. Da brachten zwölf gute Feen der kleinen Prinzessin wundervolle Wünsche. Aber es kam auch eine böse Fee und sagte: „Die Königstochter soll sich an einer Spindel stechen und tot umfallen.“ Doch eine der guten Feen hatte noch ihren Wunsch: „Die Prinzessin soll nicht sterben, sondern nur 100 Jahre schlafen!“ Voller Sorge ließ der König alle Spindeln verbrennen.

Ήταν μία φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς και μία βασίλισσα, οι οποίοι μία ημέρα απέκτησαν μία μικρή κόρη. Τότε ήταν 12 καλές νεράιδες και έκαναν η καθεμία μία ευχή για την μικρή πριγκίπισσα. Όμως ήρθε και μία κακιά νεράιδα, που είπε: „Η κόρη του βασιλιά θα τρυπηθεί σε έναν αργαλειό και θα πέσει νεκρή.“ Όμως μία καλή νεράιδα δεν είχε κάνει ακόμη την ευχή της: „Η πριγκίπισσα δε θα πεθάνει, παρά μόνο θα κοιμηθεί 100 χρόνια!“ Γεμάτος ανησυχία ο βασιλιάς διέταξε να καούν όλοι οι αργαλειοί.

Weiterlesen / Συνέχεια (pdf)

Einige Jahre später lief das Mädchen allein im Schloss herum. Im Turm saß eine alte Frau an einer Spindel. Das Mädchen wunderte sich und fragte: „Was ist das für ein lustiges Ding?“ aber kaum hatte es die Spindel angefasst, da stach es sich in den Finger und fiel in einen tiefen Schlaf. Und mit ihm das ganze Schloss.

Μερικά χρόνια αργότερα το κορίτσι έπαιζε μόνο του μέσα στο κάστρο. Στον πύργο καθόταν μία ηλικιωμένη γυναίκα σε έναν αργαλειό. Το κορίτσι παραξενεύτηκε και ρώτησε: „Τι είναι αυτό το περίεργο πράγμα;“ Δεν είχε προλάβει καλά-καλά να αγγίξει τον αργαλειό και αμέσως τρύπησε το χέρι της και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Μαζί του και ολόκληρο το κάστρο.

Um das Schloss herum wuchs eine hohe Dornenhecke. Im ganzen Land erzählten die Leute von der schönen schlafenden Prinzessin und nannten sie Dornröschen. Als hundert Jahre vergangen waren, kam ein junger Prinz. Da öffnete sich die Dornenhecke von alleine. Der Prinz eilte in den Schlossturm und fand Dornröschen. Er küsste es. Da wurde es wach und lächelte ihn an. Plötzlich erwachten auch alle anderen wieder, der König und die Königin, die Tiere, der ganze Hofstaat. Dornröschen und der Königssohn feierten ein prachtvolles Hochzeitsfest und lebten glücklich bis an ihr Ende.

Γύρω από το κάστρο υψώθηκαν ψηλά αγκάθια. Σε ολόκληρη τη χώρα οι άνθρωποι έλεγαν ιστορίες για την όμορφη κοιμισμένη πριγκίπισσα και την αποκαλούσαν την ωραία κοιμωμένη. Αφού πέρασαν 100 χρόνια, ήρθε ένας νεαρός πρίγκιπας και τότε τα αγκάθια έκαναν πέρα από μόνα τους. Ο πρίγκιπας πήγε γρήγορα στον πύργο του κάστρου και βρήκε την ωραία κοιμωμένη. Την φίλησε και τότε εκείνη ξύπνησε και του χαμογέλασε. Ξαφνικά ξύπνησαν και όλοι οι άλλοι: Ο βασιλιάς και η βασίλισσα, τα ζώα και όλοι όσοι έμεναν στο κάστρο. Η ωραία κοιμωμένη και ο πρίγκιπας έστησαν ένα μεγάλο γαμήλιο γλέντι και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.