Der süße Brei (Kurzfassung)

O νόστιμος χυλός (Σύντομη έκδοση)

Sweet Porridge, Der süße Brei, The Magic Porridge PotEs war einmal ein Mädchen, das lebte mit seiner Mutter allein. Sie waren sehr arm und hatten nichts mehr zu essen. Da begegnete dem Mädchen eine alte Frau, die wusste schon von ihrer Not. Sie schenkte dem Kind ein Töpfchen und erklärte: „Wenn du sagst ‚Töpfchen koche‘, dann kocht das Töpfchen süßen Hirsebrei. Und wenn du sagst Töpfchen steh, dann hört es wieder auf zu kochen.“

Ήταν μία φορά κι έναν καιρό ένα κοριτσάκι, το οποίο ζούσε μόνο του μαζί με τη μητέρα του. Ήταν πολύ φτωχοί και δεν είχαν τίποτα για να φάνε. Μία μέρα συνάντησε το κοριτσάκι μία γριά, η οποία ήξερε πως είχαν τα πράγματα και έτσι έκανε στο παιδί δώρο μία κατσαρολάκι και του εξήγησε: „Όταν του λες ‚κατσαρολάκι μαγείρεψε‘, τότε θα σου μαγειρέψει το κατσαρολάκι ένα νόστιμο χυλό. Και όταν του λες ‚κατσαρολάκι σταματά‘, τότε σταματάει να μαγειρεύει.“

Weiterlesen / Συνέχεια (pdf)

Το κοριτσάκι έδωσε την κατσαρόλα στη μητέρα του. Τώρα πλέον μπορούσαν να μαγειρεύουν νόστιμο χυλό και δε θα πεινούσαν ξανά. Μία μέρα που το κοριτσάκι δεν ήταν σπίτι, είπε η μητέρα: „Κατσαρολάκι μαγείρεψε!“ και τότε άρχισε το κατσαρολάκι να μαγειρεύει ένα νόστιμο χυλό. Όμως όταν είχε έρθει η ώρα να σταματήσει το κατσαρολάκι να μαγειρεύει, η μητέρα δεν θυμόταν τις λέξεις που έπρεπε να πει. Ο χυλός ξεχείλισε και γέμισε το δωμάτιο, μετά γέμισε το σπίτι, μετά γέμισε το δρόμο, λες και έπρεπε να φάει όλος ο κόσμος.

Endlich kam das Kind nach Hause und sagte: „Töpfchen steh!“ Da hörte es auf zu kochen. Und wer in die Stadt wollte, musste sich durch den Brei essen…

Επιτέλους γύρισε το παιδί σπίτι και είπε: „Κατσαρολάκι σταματά!“ Και τότε σταμάτησε το κατσαρολάκι να μαγειρεύει.  Και όποιος ήθελε να πάει στην πόλη έπρεπε να ανοίξει το δρόμο του τρώγοντας χυλό…

Advertisements